Ευρεία περιοχή της πεδιάδος ΒΑ της Μεθώνης, η οποία αρχίζει από το Νεκροταφείο και εκτείνεται προς τα βόρεια. Παλαιότερον εχωρίζετο εις δύο μέρη. Πάνω Καλαφάτη και Κάτω Καλαφάτη. Εις την απογραφήν του 1689 και 1700 δεν αναφέρεται. Αναφέρεται διά πρώτη φοράν εις την Cadastre du canton de Modon του Πουκεβίλ Calaphati με 18 οικογένειες.

 

Κατά την προφορική παράδοση η περιοχή έλαβε την ονομασία της εκ τινός Καλαφάτη, εγκατασταθέντες εκεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες της τουρκοκρατίας. Αυτός είχε σταλεί υπό του Πατριαρχείου διά την εξαγορά Ελλήνων αιχμαλώτων. Η Μεθώνη ήτο τότε κέντρο δουλεμπορίου. Ο οικισμός Καλαφάτη μετά την απελευθέρωση ανήκεν εις τον Δήμον Μεθώνης, εξέλεγεν ειδικόν πάρεδρον αρχικώς τον Κων. Σχινάν και εν συνεχεία τον ιώ, Σκόκον. Κατά τον μεγάλο σεισμό του Αυγούστου του 1886 όλες οι οικίες του οικισμού κατέρρευσαν και οι κάτοικοι εγκατεστάθησαν εις την Μεθώνην.

 

Εις μίαν οικία η στέγη κατέρρευσεν, αλλά το μπεσίκι (= ή κούνια του βρέφους) συνεκράτησε τα καλάμια και τα κεραμίδια και το βρέφος επέζησε. Από τα κλάματα του προσέτρεξαν οι γονείς του, οι όποιοι εργάζοντο εις παραπλήσιον κτήμα (ήτο περίοδος τρύγου), ανέσυραν τα υλικά της στέγης και ανέσυραν το βρέφος σώων και αβλαβές. Κατά τον σεισμόν αυτόν κατέρρευσε και ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Νεκροταφείου) και εν συνεχεία επανεκτίσθη. Εις την απογραφήν του 1879 ο οικισμός Καλαφάτη είχε 67 κατοίκους, ενώ το 1889, 3 έτη μετά τον σεισμό, είχε 6 κατοίκους. Η διαφορά αυτή οφείλεται εις τον σεισμό, εις την απογράφην της Γαλλικής αποστολής του 1829 έχει 40 οικογένειες.