Την παρασκευή του Πάσχα κάθε χρόνο, τότε, όταν έµεις οι Μεθωναίοι είμαστε ακόμη δεμένοι µε τη φύση και µε την εκκλησιαστική µας παράδοση και ζωή, τότε, που ζούσαμε το νόημα των εορτών ερχόμαστε πρωί-πρωί, µε την ανατολή του ηλίου εδώ, για ν' απολαύσουμε τη θεία λειτουργία την αναστάσιμη, Τότε και η φύση συνεόρταζε μαζί µας γιατί το εκκλησάκι αυτό το Παμπάλαιο , στην καρδιά της άνοιξης γιορτάζει.! ...

 

Τότε, γινόταν μυστικά κατανοητό απ' όλους, γραμματισµένους κι αγράμματους, το άναστάσιμο τροπάριο που λέει:


«Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια! Έορταζέτω γ' συν πάσα ή κτίσης την έγερσιν Χριστού, εν η έστεραίωται!»

 

Από τη Δευτέρα της Λαµπρής άρχιζε ό ευπρεπισμός τού ναΐσκου. Έστελναν εργάτη οι επίτροποι κι έκοβε τα βάτα και του θάμνους που φύτρωναν κι αγκάλιαζαν το εκκλησάκι.

Ακολουθούσε το ασβέστωνα μέσα κι έξω και στα πεζούλια.

Την παραμονή έρχονταν γυναίκες νοικοκυράδες, εθελόντριες , για να καθαρίσουν την εκκλησία από τους περιττούς ασβέστες, να θυμιάσουν, να πλύνουν τα καντήλια, να στρώσουν της εκκλησίας το δάπεδο µε σμέρτιες, να στολίσουν τις αγίες εικόνες µε λουλούδια άγρια, κρινάκια και μαργαρίτες κίτρινες ...

 

'Όταν έχω τη χαρά να επισκέπτομαι τούτο το ξωκλήσι, αυθόρμητα έρχεται στη μνήµη µου και η θεία-Ασπασία, ή «Βζίτ», όπως την παρονόμαζαν οι συμπατριώτες µας τότε. Στ' άγια νάναι ή ψυχούλα της! ... Γριούλα θεότυφλη, που όµως αλάνθαστα περιπατούσε κρατώντας ένα καλάμι διπλάσιο από το δικό της μπόι. Και ήξερε ακριβώς πού βρισκόταν ανά πάσαν στιγμή και μουρμούριζε δυνατά τις ευχές της για τις νοικοκυράδες που κατοικούσαν στα γύρω σπίτια της γειτονιάς!

 

Δεν έλλειπε ποτέ από το συγύρισμα των εξωκκλησιών! Και πήγαινε, αν και τυφλή, πιο μπροστά απ' όλες τις κυράδες, που κατευθύνονταν στο εξωκκλήσι, και φάνταζε σημαιοφόρος της συνοδείας κρατώντας το πανύψηλο καλάμι της!

 

Στην Παναγούλα είχε ιδιαίτερη αγάπη η θεια-Ασπασία ...

Κάποτε, όταν οι άλλες γυναίκες κατέβασαν τα καντήλια και τα μοιράστηκαν για να τα πλύνουν, ή θεια-Ασπασία πετιέται όρθια από το λιτρουβολίθαρο, που πλαγιαστά βαλµένο προ της εισόδου του ναΐσκου, χρησίμευε για σκαλοπάτι, και βάζει φωνές παρακλητικές και συνάμα παραπονεμένες:

 

-«Μωρ' γυναίκες! Φέρτε µου κι εμένανε το καντηλάκι της Παναϊτσας να το πλύνω! Με περιφρονείτε πλια; 'Ή µε νοµίζουτε για μπιτ αχρηστη;»

-«Μα, θεια-Ασπασία, αφού δεν βλέπεις! Θα το σπάσεις το καντήλι. Και πώς βλέπεις να το κάνεις καθαρό;»

-«Φέρτε το εσείς και µη σας μέλλει! Στο τέλος να µου ειπήτε ποια θα το λαµπικάρη πλειότερο! Και για ακούστε µε να σας ειπώ: Να µη βάνουτε ποτε σαπούνι στο καντήλι, όταν το πλένουτε! Με «ντοϊµάτα», αφού τη ζουπήξουτε να τα πλένουτε τα καντηλάκια, και µε λίγο νεράκι! Τ' ακούτε που σας λέου;»

-«Γιατί, θεια-Απασία:»

-«Γιατί όταν θα πάμε στον άλλο κόσμο, ό Άγγελος θα µας ειπή: Με τι έπλενες τα καντήλια εσύ; Με σαπούνι; φάε τώρα σαπούνι! 'Εσύ µε τι τα έπλενες; Με ντοϊµάτα ; Όρίστε, φαε ντοϊµάτα!

-«Μα, τι είναι αυτά, που µας λες θεια-Ασπασία;» -«Έσείς δεν ξέρουτε!»

-« Κι ελόγου σου πώς ξέρεις;»

-«Μού το είπε εμένα ή Παναϊά µας!»

 

Και διηγιόταν κάποιο της όραμα, που είχε ιδεί «όχι στον ύπνο της, αλλά στον ξύπνιο της,» καθώς συνήθιζε να λέει ...

 

Άς αφήσουμε όμως τη «θεια-Ασπασία, να αναπαύεται, «ένθα οι δίκαιοι αναπαύονται», και ας έρθουμε πάλι στο εξωκκλήσι µας. Ή «Παναγούλα» υποθέτω οτι θα ήταν ένοοιακός Ναός του οικισμού «Γιοφύοι» η «παληα-Μοθωνη», που έσβησε κάπου στα τέλη του 190U αιώνα. Γιατί ή γιαγιά µου ή μακαρίτισσα, θεός σχωρέστηνε κι αυτήν, µου έλεγε, οτι θυμόταν µια θεια της, που «είχε βγεί νύφη απ' αυτή την 'Εκκλησία, τότε που ή ίδια ήτανε κοριτσάκι και ή Παληα-Μοθώνη και το Γιοφύοι είχανε ακόμα κόσμο!». Στις ημέρες µας, ή Παναγούλα λειτουργείται µόνο µια φορά το χρόνο, στην έορτη «της Ζωοδόχου Πηγής», την Παρασκευή στης 6 της Λαµπρής καθώς πιο πάνω είπαμε.

 

Πηγή : Οδοιπορικόν στις Εκκλησίες και τα εξωκκλήσια της σημερινής Μεθώνης ( Κ.Δ Κωστόπουλου )