Τα πρώτα χρόνια του 10υ μ.Χ. αιώνα, όταν στην τότε παντοδύναμη Ρώμη βασίλευε ο καίσαρας Οκταβιανός ή Γάιος Οκτάβιος ή Αύγουστος, ο Ηρώδης Φίλιππος Β', γιος του Ηρώδη του Μεγάλου και τετράρχης Ιτουραίας και Τραχωνίτιδας, μετονόμασε την πόλη Πανιάδα, προς τιμήν του Αυγούστου, σε Καισάρεια. Η αρχαία πόλη της Παλαιστίνης στις εκβολές του Ιορδάνη, που μέχρι τότε όφειλε το όνομά της σε ένα σπήλαιο της περιοχής που ήταν αφιερωμένο στον τραγοπόδαρο θεό Πάνα, έμεινε από τότε γνωστή και σαν Καισάρεια του Φιλίππου. Στη μετονομασία της πόλης ανοικοδομήθηκε και ένα λαμπρό περιστύ λιο, με γρανιτένιες κολώνες που έφθασαν γι' αυτό το σκοπό εκεί από το Ασουάν της Αιγύπτου.

 

Τους επόμενους αιώνες, κατά τη διάρκεια της πρώτης σταυροφορίας και μετά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ το 1099, το περιστύλιο της Καισάρειας καταστράφηκε συθέμελα και φυγαδεύτηκε, μαζί με άλλους αρχαιολογικούς θησαυρούς, από τους Βενετούς με πλοία στη Δύση. Κάτι ανάλογο επαναλήφθηκε περίπου εκατό χρόνια αργότερα, στην τέταρτη σταυροφορία, όταν και τότε οι πολιτιστικοί θησαυροί της Κωνσταντινούπολης φυγαδεύτηκαν και πάλι για να λαμπρύνουν την πόλη των δόγηδων. Όμως, τουλάχιστον ένα από τα πλοία, που μετέφεραν μεταξύ των άλλων αρχαιοτήτων και δώδεκα γρανιτένιες κολώνες από την Καισάρεια, βούλιαξε στο "Στενό" της Μεθώνης, σε απόσταση 50-60 μέτρων από το ακρωτήριο Καρσί της Σαπιέντζας.

 


Σήμερα, σε βάθος 7-8 μέτρων, αναπαύονται στο βυθό του "Στενού", διασκορπισμένα σε διάμετρο περίπου τριάντα μέτρων, αρκετά κομμάτια από σπασμένους γρανιτένιους κίονες, αλλά και ένας ακέραιος κίονας. Ένα κομμάτι από τις ερυθρωπές γρανιτένιες κολόνες, ανελκύστηκε από το ναυάγιο, κάποια στιγμή στη διάρκεια της α' βενετοκρατίας. Αφού διακοσμήθηκε με γοτθικό κιονόκρανο (gotico fiorito), τοποθετήθηκε στο προαύλιο του παλατιού του castellano της Μεθώνης. Μετά την ανέλκυση του κίονα από τη βυθισμένη γαλέρα, το ναυάγιο ξεχάστηκε.