Η κατακόμβη της Μεθώνης , οι σπηλιές τ' Άγιο-Ονούφρη ( Λείψανα Παλαιοχριστιανικής Κατακόμβης)

 
 Τι είναι κατακόμβη
 
 Απαραίτητο για να  καταλάβουμε τι ακριβώς είναι «κατακόμβη». Κατακόμβη σημαίνει νεκροταφείο, που έχει λαξευτεί σε υπόγειο πορώδες έδαφος. Ή λέξη προέρχεται από τον συνδυασμό  της ελληνικής πρόθεσης κατά, που φανερώνει κατεύθυνση, και της Λατινικής λέξεως cumba, που σημαίνει κιβωρίων, δηλαδή τάφος.
 
«Κατά cumbas» (Κατακόμβη) λοιπόν, σημαίνει κατά τους τάφους. Δηλαδή Νεκροταφείο.
 
Πολλές κατακόµβες ευρέθησαν στη Ρώμη και στη Σικελία. Στην 'Ελλάδα υπάρχουν µόνο στη νήσο Μήλο µία, σχετικώς καλά διατηρημένη, και αυτή εδώ στη Μεθώνη, σχεδόν ολοσχερώς κατεστραμμένη. Γι αυτό μιλάμε για «λείψανο» ( δηλαδή απομεινάρι) κατακόμβης. Αυτά τα νεκροταφεία ήσαν υπόγεια, λαξεύονταν δε σε περιοχές  που το υπέδαφος είναι πορώδες, δηλαδή ή σύστασή του αποτελείται από συμπαγείς τεράστιους πορολιθικούς όγκους, για να είναι εύκολη ή λατόμηση και το σκάλισμά τους. Στην επιφάνεια της γης  υπήρχε μόνον ή είσοδος, κουφή και καλυμμένη η από δενδρώδεις θάμνους, η από κάποιο μικρό επίγειο οικοδόμημα, σαν µια τρύπα µε υπόγεια «κατιούσα κλίμακα». Κατέβαζαν από εκεί τον νεκρόν και περνώντας μέσα από υπόγειους; διαδρόμους έφταναν σε κάποιον ευρύχωρο και πολύ πλατύ κυκλικό θάλαμο, µε θολωτή οροφή, στην κορυφή της  όποιας υπήρχε προς τα άνω µία τρύπα στενή, που έφθανε ως την επιφάνεια της γης για να μπαίνει λίγο Φώς. Ή τρύπα αύτη ονομαζόταν Luminalium, δηλαδή φωταγωγός. Ό πλατύς θάλαμος ονομαζόταν Cumbiculum και είχε γύρω-γύρω  στα τοιχώματά του λαξευτούς τάφους .Εκεί « α-κουμπούσαν», ( δηλαδή έθεταν «a cumba», επι τάφου ) τον νεκρόν.
 
Οι λαξευτοί αυτοί τάφοι λέγονταν αρκοσόλια και είχαν το εξής παράδοξο σχήμα: Στην  επιφάνεια του τοίχου λαξευόταν ένα βαθούλωμα, που γινόταν στο επάνω μέρος τοξωτό. Το τόξο στα λατινικά λέγεται «arkus, -US» (αρκους), γι' αυτό και οί τάφοι αυτοί ονομάζονταν «αρκοσόλια». Στην κάτω επιφάνεια του βαθουλώματος (του αρκοσολίου) ανοιγόταν εσωτερικά, αλλά προς τα κάτω, ένα άλλο ορθογώνιο βαθούλωμα, εντός του οποίου έτοποθετείτο ο νεκρός, και μία ορθογώνια πλάκα, η tabula, σκέπαζε το δεύτερο αυτό άνοιγμα εντός του οποίου είχε τοποθετηθεί το νεκρόν σώμα. 'Όταν εμφανίστηκε και εξαπλώθηκε ο Χριστιανισμός, το Ρωμαϊκό κράτος εκήρυξε την νέα Θρησκεία: «Religio non likita» (=Θρησκεία εκτός Νόμου, μη επιτρεπομένη). Οι Χριστιανοί έπρεπε να συλλαμβάνονται και να ανακρίνονται. 'Εάν δεν εγκατέλειπαν  τη θρησκεία τους, αλλά επέμεναν να ομολογούν πίστη στο Χριστό, θανατώνονταν. 'Έντεκα εκατομμύρια (11.000.000) είναι μόνον οι μάρτυρες, που γνωρίζουμε τα ονόματά τους, κατά την εποχή αύτη, της Ρωμαιοκρατίας. Ό Ρωμαϊκός όμως Νόμος σεβόταν τα νεκροταφεία και τα χαρακτηρίζει άσυλα, όπου απαγορεύονταν οι συλλήψεις. Αυτούς  λοιπόν τους άσυλους τόπους, τις κατακόμβες, χρησιμοποιούσαν οι Χριστιανοί για να προσφέρουν την λατρείαν τους προς τον πανταχού παρόντα Θεον. τον 'Ιησού Χριστόν, με την ελπίδα να αποφύγουν την σύλληψή τους. Τελούσαν δε την θεία λειτουργία επάνω σε τάφους μαρτύρων, αντί για άλλο τραπέζι. Αναμνηστική συνέχεια αυτής της λατρείας, εντός των σκοτεινών κατακομβών, και επί του τάφου μαρτύρων, είναι ή τοποθέτηση «αγίων μαρτυρικών λειψάνων» εντός της Αγίας Τραπέζης κατά τα εγκαίνια των Ναών και ή χρησιμοποίηση κεριών στη λατρεία.
 
Ή αναγνώρισης της Άγνωστης παντελώς έως το 1961 «Κατακόµβης» τής Μεθώνης
 
Η ιερότητα των σπηλαίων τ' Άγι-Ονούφρι, ήτο γνωστή σε ξένους περιηγητές και σε ντόπιους κατά το παρελθόν, ως παλαιός χώρος συνδεδεμένος µε τη Χριστιανικήν Λατρεία. Οι ξένοι περιηγητές μιλούσαν άλλοι για «Ασκητήριον» και αλλοι για Σκήτη Μοναχών, που αργότερα έγινε Νεκροταφείο της  Περιοχής. Κανείς  βεβαίως δεν είχεν υποψιασθεί τι ακριβώς ήσαν, ούτε γιατί είχαν Λατομηθεί αυτές  οι σπηλιές τ' Αγι-Ονούφοη. ( Αλλά και της Ρώμης οι κατακόµβες δεν ήσαν γνωστές, μέχρι πού Ο 'Ιταλός De Rossi τις ερεύνησε και τις εγνωστοποίησε µε το βιβλίο του La Roma Soterania. )
 
Οι ντόπιοι, βλέποντας της τοιχογραφίες. που υπήρχαν σ' όλες τις επιφάνειες, ευλαβούντο τον τόπο, τον θεωρούσαν «παλαιά εκκλησία» και τον επισκέπτονταν καμμιά φορά για να ανάψουν δυο τρία καντηλάκια που είχαν τοποθετήσει. Ή µμακαρίτισσα ή γιαγιά µου, αλλά και ο επίσης μακαρίτης µπάρμπα-Λιάς Ο Μισκιώτης, Ο «Διανομέας», µε εβεβαίοναν ότι µια φορά τον χρόνο, στις 12 'Ιουνίου, ημέρα μνήμης τού οσίου Ονούφριου, πήγαινε ο παπά-Θανάσης (1883-1928) τουλάχιστον μέχρι το 1910, καί  λειτουργούσε στις γεμάτες  µε τοιχογοαφίες σπηλιές τ' «Αγι-Ονούφοη». Αλλ' αυτό μέχρι την δεκαετίαν του 1940. Γιατί μετά, εξ αγνοίας βέβαια. τις μετέβαλαν σε γαλάρια αιγοπροβάτων, και τις κατέστρεφαν µε άναμμα φωτιάς τον χειμώνα για να ζεσταίνονται αυτοί και τα γίδια τους όταν γεννούσαν, και επάνω στην επιφάνεια των τοιχογραφιών εχάρασσαν τα αρχικά του ονόµατός των ....
 
'Έχοντας  αφομοιώσει καλά τα όσα περιληπτικά έγραψα στο πιο πάνω εισαγωγικό µου σηµείωμα για τις κατακόμβες, από τις Πανεπιστημιακές Παραδόσεις του καθηγητού µου Ανδρέα Φυτράκη, τότε που ήμουν φοιτητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών ( 1960 ), θυμήθηκα, ότι στη Μεθώνη είχα επισκεφθεί πολλές φόρες τις λεγόμενες «Σπηλιές τ' Αγι-Ονούφοη». Και διαπίστωσα ότι «οι σπηλιές» αυτές είχαν «χαρακτηριστικά κατακομβών», σύμφωνα µε όσα είχα διδαχθεί εις την «Χριστιανικήν Αρχαιολογίαν». Αυτά τα εγνωστοποίησα στους μακαριστούς καθηγητές µου 'Ιωάννη Καρμίρη, κοσμήτορα τότε της Σχολής, Γεράσιμο Κονιδάρη, καθηγητή της 'Εκκλησιαστικής 'Ιστορίας και Ανδρέα Φυτράκη, καθηγητήν της Παλαιοχριστιανικής Αρχαιολογίας. Οί καθηγητές µου έδειξαν ενδιαφέρον και µε τις ένέογειες αυτών προς τις αρμόδιες 'Υπηρεσίες, εστάλη στις αρχές της 10ετίας του 1970 στη Μεθώνη αρχαιολογικό συνεργείο υπό τον αρχαιολόγο κ.Δ. Πάλλα, Ο όποιος και ερεύνησε τις «Σπηλιές  τ' Αγι-Ονούφοη». 'Έτσι, για πρώτη φορά τότε επιβεβαιώθηκε ότι πρόκειται όντος για λείψανο (=αποµεινάρι) παλαιοχριστιανικής κατακόμβης του 30υ - 40υ µ.Χ αιώνα. Κανένας  βέβαια δεν ανεγνώρισε την συμβολή µου, αλλ' αποφεύγοντας την ματαιοδοξία, ούτε ο ίδιος το επιδίωξα.
 
 γ Περιγραφή της σημερινής κατάστασης:
 
 Η κατακόμβη ήταν υπόγεια κάτω από την κορυφή του βράχου. Κατέβαιναν στο εσωτερικό της µε σκαλοπάτια σκαλιστά στο πορώδες  έδαφος από μια πλατειά οπή, που για να καλύπτεται σκεπαζόταν συνήθως µε κάποιο σπιτάκι κυκλικό, που γύρω-γύρω είχε κολόνες. 'Έτσι ήταν συνήθως ή είσοδος των κατακομβών της Ρώμης και της Σικελίας. 'Υποθέτουμε παρόμοια να ήταν και της Μεθώνης.
 
 Δυστυχώς όμως στο ανατολικό μέρος λατομήθηκε από τους Φράγκους και 'Ενετούς κατακτητές, για να χρησιμοποιηθούν οι τεράστιοι πωρόλιθοι στο κάστρο. 'Έτσι αντί του υπόγειου, πολυδαίδαλου, και ανυπολογίστου αξίας αυτού μνημείου, έμειναν μερικά σπηλαιώδη βαθουλώματα (αρκοσόλια) στα δυτικά πλάγια του πορώδους βράχου. Το μέρος που απέμεινε ίσως αργότερα χρησιμοποιήθηκε σαν ασκητήριο προς τιμήν του οσίου Ονουφοίου και τοιχογραφήθηκε σε όλες τις εσωτερικές του επιφάνειες.
 
Ή λατόμηση όμως συνεχιζόταν κατά καιρούς , γιατί οι κολώνες και οι διαχωριστικοί ανάμεσα σε διάφορα διαμερίσματα τοίχοι ήσαν εύκολα λατομήσιμοι και εύχρηστοι σαν οικοδομικό υλικό.
 
 'Έτσι απέμειναν μόνον:
 
 α. Ή «κατιούσα κλίμακα» δηλαδή ή σκάλα που οδηγούσε στο υπόγειο εσωτερικό της κατακόμβης, που φαίνεται σαν επιφανειακή σήμερα. Στο σημείο που έστριβε προς τ' αριστερά υπάρχει λαξευμένη υποδοχή λυχνίας που φώτιζε άνυδρα για να µην είναι αδύνατη ή κατάβαση, και που µε την ύπαρξή της μαρτυρεί ότι πράγματι ή κατακόμβη αρχικά ήτο υπόγεια. Κατεβαίνοντας από την σκάλα αύτη, συναντούμε αριστερά ένα μεγάλο.
 
β. Το τριγωνικό κοίλωμα, όπου υποθέτουμε, ότι θα ήταν ή «θέσης - θρόνος του επισκόπου» κατά την θείαν λειτουργίαν, η του τελετάοχου στις κατά τις νεκρώσιμες ακολουθίες.
 
γ. Κατεβαίνοντας πιο κάτω, αριστερά πάντοτε, ένα άνοιγμα, σαν μεγάλο παράθυρο, µας μπάζει σ' ένα θάλαμο κυβικό, αλλά µη ολοκληρωμένο, εγκαταλελειμμένο κατά τη λάξευση από τους κοπιάτους. Coppiati, λέγονταν οι σκαλιστές, λαξευτές, των υπογείων διαδρόμων και των αρκοσολίων. Ή απότομη εγκατάλειψη της λάξευσης µας ενισχύει τη σκέψη, ότι αυτό μάλλον έγινε επί αυτοκρατόρος Διοκλητιανού, του οποίου ό ανελέητος διωγμός που είχε κηρύξει κατά των χριστιανών, ανάγκαζε τους; Μεθωναίους να επισπεύδουν λάξευση για νέο νεκροθάλαμο µε «άρκοσόλια». γιατί τα παλαιά δεν επαρκούσαν, και έθαπταν εν εν τω μεταξύ τους καθημερινούς μάρτυρες στους εδαφιαίους τάφους. Άλλα µε την έκδοση του Διατάγματος των Μεδιολάνων του Κωνσταντίνου το 312 µ.Χ, οι διωγμοί σταμάτησαν, και ή ανάγκη κατασκευής νέων αρκοσολίων και τάφων εξέλιπεν.
 
δ. Ό μεγάλος κυκλικός Νεκροθάλαμος. Σώζεται µόνο το Δυτικό του τμήμα, γιατί το Ανατολικό Λατομήθηκε. Σώζονται αρκετά «αρκοσόλια», και στο έδαφος πολλοί ορθογώνιο εδαφιαίοι τάφοι.
 
ε. Στην κορυφή του διακρίνονται σημάδια που μαρτυρούν την ύπαρξη φωταγωγού ( Luminalium ).
 
στ. Σώζονται ακόμη τμήματα στοών µε αρκεά αρκοσόλια και εδαφιαίους τάφους. 'Εκεί κοντά σε µια γωνιά είναι και ένας σωρός από πολλά πεταµένα ανθρώπινα οστά, βγαλμένα από τα αρχαία ακροστόλια και τους  επιφανειακούς τάφους…
 
 
 
 
 
Πηγή : Οδοιπορικόν στις Εκκλησίες και τα εξωκκλήσια της σημερινής Μεθώνης ( Κ.Δ Κωστόπουλου )